Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shyest
συγκριτικός βαθμός
shyer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being shy hides his brilliant ideas.
Το να είσαι ντροπαλός κρύβει τις λαμπρές του ιδέες.
02
ντροπαλός, συνεσταλμένος
having a nervous or timid behavior or temperament, often resulting in avoidance or retreat from human or environmental interactions
03
λείπων, ανεπαρκής
missing a small amount needed to reach a specific total or target
Παραδείγματα
The team was shy of one player to complete the lineup.
Η ομάδα έλειπε ένας παίκτης για να ολοκληρώσει την ενδεκάδα.
to shy
01
πετώ, ρίχνω
to throw something at a target, often suddenly or with force
Transitive: to shy sth somewhere
Παραδείγματα
She shied a stone across the pond, creating ripples on the water's surface.
Εκείνη έριξε μια πέτρα πέρα από τη λίμνη, δημιουργώντας κυματισμούς στην επιφάνεια του νερού.
02
τρομάζω, αποφεύγω
to startle or suddenly move away from something or someone, often due to fear, timidity, or a desire to avoid contact or attention
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shy
γ΄ ενικό πρόσωπο
shies
ενεστώτα μετοχή
shying
απλός αόριστος
shied
παθητική μετοχή
shied
Παραδείγματα
The deer shied at the sound of footsteps, disappearing into the forest with graceful bounds.
Το ελάφι τρομάχτηκε με τον ήχο των βημάτων και εξαφανίστηκε στο δάσος με κομψά άλματα.
Shy
01
γρήγορη ρίψη, ταχεία βολή
a quick throw
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shies
Λεξικό Δέντρο
shyly
shyness
shy



























