Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shuttlecock
01
σαγονέτα, shuttlecock
a lightweight object used in badminton, hit back and forth over the net
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shuttlecocks
Παραδείγματα
They replaced the shuttlecock regularly to maintain consistent play.
Αντικαθιστούσαν τακτικά το αντικείμενο του μπάντμιντον για να διατηρήσουν σταθερή παιχνίδι.
to shuttlecock
01
στέλνω πέρα δώθε σαν μπαλάκι του μπάντμιντον, πετώ πέρα δώθε σαν μπαλάκι του μπάντμιντον
send or toss to and fro, like a shuttlecock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shuttlecock
γ΄ ενικό πρόσωπο
shuttlecocks
ενεστώτα μετοχή
shuttlecocking
απλός αόριστος
shuttlecocked
παθητική μετοχή
shuttlecocked



























