Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sadly
01
θλιμμένα, με θλίψη
in a sorrowful or regretful manner
Παραδείγματα
He looked at me sadly and then walked away.
Με κοίταξε θλιμμένα και μετά έφυγε.
02
δυστυχώς, λυπητερά
used to introduce an unfortunate or regrettable fact
Παραδείγματα
Sadly, the restaurant had closed down by the time we arrived.
Δυστυχώς, το εστιατόριο είχε κλείσει μέχρι να φτάσουμε.
Παραδείγματα
The promises were sadly broken before the year was over.
Οι υποσχέσεις δυστυχώς σπάσαν πριν τελειώσει το έτος.
Λεξικό Δέντρο
sadly
sad



























