Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorrowfully
01
θλιμμένα, με θλίψη
in a way that expresses deep sadness or grief
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She looked sorrowfully at the empty chair by the window.
Κοίταξε θλιμμένα την κενή καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.
02
θλιμμένα, με θλίψη
in a sorrowful manner
Λεξικό Δέντρο
sorrowfully
sorrowful
sorrow



























