sorrowfully
so
ˈsɒ
σο
rrow
rəʊ
ρεου
fu
φα
lly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "sorrowfully"στα αγγλικά

sorrowfully
01

θλιμμένα, με θλίψη

in a way that expresses deep sadness or grief 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She looked sorrowfully at the empty chair by the window. 

Κοίταξε θλιμμένα την κενή καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.

02

θλιμμένα, με θλίψη

in a sorrowful manner 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sorrowfully
sorrowful
sorrow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store