Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sadistically
01
σαδιστικά, με σαδιστικό τρόπο
in a way that takes pleasure in causing pain or suffering to others
Παραδείγματα
The bully sadistically teased the younger children.
Ο νταής πείραζε σαδιστικά τα μικρότερα παιδιά.



























