Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
richly
01
πολυτελώς, πλουσιοπάροχα
in a way that shows luxury, beauty, or high cost
Παραδείγματα
He lives richly, surrounded by art and fine things.
Ζει πλούσια, περιτριγυρισμένος από τέχνη και ωραία πράγματα.
02
πλούσια, άφθονα
in a way that is full of strong or appealing sensory qualities
Παραδείγματα
Her perfume lingered richly in the room.
Το άρωμά της παρέμεινε πλούσια στο δωμάτιο.
Παραδείγματα
Her years of dedication were richly acknowledged at the ceremony.
Τα χρόνια αφοσίωσής της αναγνωρίστηκαν πλουσιοπάροχα στην τελετή.
Παραδείγματα
They were richly recognized for their courage.
Αναγνωρίστηκαν πλούσια για το θάρρος τους.
04
πλεονεκτικά, πλούσια
(of a marriage) advantageously, especially in terms of wealth or status
Παραδείγματα
The character in the novel schemes to marry richly for security.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα επιβουλεύεται να παντρευτεί πλούσια για ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
richly
rich



























