rickey
ri
ˈrɪ
ρι
ckey
ki
κι
/ɹˈɪki/

Ορισμός και σημασία του "rickey"στα αγγλικά

01

ένα rickey, ένα κοκτέιλ rickey

a type of cocktail made with a base spirit, such as gin or whiskey, mixed with lime juice and carbonated water,
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rickeys
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store