Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ricochet
01
αναπηδώ, ανακλώμενος
to spring back from an impact by bouncing off a surface at an angle
Intransitive: to ricochet somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ricochet
γ΄ ενικό πρόσωπο
ricochets
ενεστώτα μετοχή
ricocheting
απλός αόριστος
ricocheted
παθητική μετοχή
ricocheted
Παραδείγματα
The golf ball hit a tree and ricocheted into the rough, altering its intended trajectory.
Η μπάλα του γκολφ χτύπησε ένα δέντρο και αναπήδησε στο rough, αλλάζοντας την προβλεπόμενη τροχιά της.
Ricochet
01
αναπήδηση
a glancing rebound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ricochets



























