ricotta
ri
ρι
co
ˈkɒ
κο
tta
τα
cantataregattastigmatasonata

Ορισμός και σημασία του "ricotta"στα αγγλικά

01

η ρικότα, το τυρί ρικότα

a white whey cheese that is soft and unsalted, made in Italy 
ricotta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ricottas
Παραδείγματα
The rich and smooth ricotta filling is what makes cannoli so addictive. 

Η πλούσια και λεία γέμιση ρικότα είναι αυτό που κάνει τα cannoli τόσο εθιστικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store