ricotta
Pronunciation
/ɹiˈkɑtə/

Ορισμός και σημασία του "ricotta"στα αγγλικά

01

η ρικότα, το τυρί ρικότα

a white whey cheese that is soft and unsalted, made in Italy
ricotta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ricottas
Παραδείγματα
The ricotta adds a creamy texture and subtle tanginess to the pancakes.
Η ρικότα προσθέτει μια κρεμώδη υφή και μια λεπτή ξινή γεύση στις τηγανίτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store