to ricochet
ri
ˈrɪ
ri
co
chet
ʃeɪ
shei

Ορισμός και σημασία του "ricochet"στα αγγλικά

to ricochet
01

αναπηδώ, ανακλώμενος

to spring back from an impact by bouncing off a surface at an angle 
Intransitive: to ricochet somewhere
to ricochet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ricochet
γ΄ ενικό πρόσωπο
ricochets
ενεστώτα μετοχή
ricocheting
απλός αόριστος
ricocheted
παθητική μετοχή
ricocheted
Παραδείγματα
The bullet ricocheted off the metal wall, narrowly missing the target. 

Η σφαίρα αναπήδησε από τον μεταλλικό τοίχο, χάνοντας ελάχιστα το στόχο.

01

αναπήδηση

a glancing rebound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ricochets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store