Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retarded
01
διανοητικά καθυστερημένος, με διανοητική αναπηρία
(of a person) having intellectual disabilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most retarded
συγκριτικός βαθμός
more retarded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The retarded child struggled with basic learning tasks.
Το παιδί με νοητική αναπηρία δυσκολευόταν με βασικές μαθησιακές εργασίες.
Retarded
01
άτομα με νοητική υστέρηση, προσωπικότητες με διανοητική καθυστέρηση
people collectively who are mentally retarded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retarded
Λεξικό Δέντρο
retarded
retard



























