retarded
Pronunciation
/ɹiˈtɑɹdəd/, /ɹiˈtɑɹdɪd/, /ɹɪˈtɑɹdɪd/

Ορισμός και σημασία του "retarded"στα αγγλικά

01

διανοητικά καθυστερημένος, με διανοητική αναπηρία

(of a person) having intellectual disabilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most retarded
συγκριτικός βαθμός
more retarded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The retarded child struggled with basic learning tasks.
Το παιδί με νοητική αναπηρία δυσκολευόταν με βασικές μαθησιακές εργασίες.
01

άτομα με νοητική υστέρηση, προσωπικότητες με διανοητική καθυστέρηση

people collectively who are mentally retarded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retarded

Λεξικό Δέντρο

retarded
retard
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store