Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retarded
01
άτομα με νοητική υστέρηση, προσωπικότητες με διανοητική καθυστέρηση
people collectively who are mentally retarded
Λεξικό Δέντρο
retarded
retard
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άτομα με νοητική υστέρηση, προσωπικότητες με διανοητική καθυστέρηση
Λεξικό Δέντρο