Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retell
01
αφηγούμαι ξανά, επανεκφράζω
to convey or tell something again, like a story, event, or experience
Transitive: to retell a narrative
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retell
γ΄ ενικό πρόσωπο
retells
ενεστώτα μετοχή
retelling
απλός αόριστος
retold
παθητική μετοχή
retold
Παραδείγματα
She retold the story to her younger sibling with enthusiasm.
Αφηγήθηκε ξανά την ιστορία στον μικρότερο αδερφό ή αδερφή της με ενθουσιασμό.



























