Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retell
01
αφηγούμαι ξανά, επανεκφράζω
to convey or tell something again, like a story, event, or experience
Transitive: to retell a narrative
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retell
γ΄ ενικό πρόσωπο
retells
ενεστώτα μετοχή
retelling
απλός αόριστος
retold
παθητική μετοχή
retold
Παραδείγματα
She retold her favorite childhood memories to her grandchildren.
Εκείνη ξανάδιηγήθηκε τις αγαπημένες της αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία στα εγγόνια της.



























