to retell
Pronunciation
/ɹiˈtɛɫ/

Ορισμός και σημασία του "retell"στα αγγλικά

to retell
01

αφηγούμαι ξανά, επανεκφράζω

to convey or tell something again, like a story, event, or experience
Transitive: to retell a narrative
to retell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retell
γ΄ ενικό πρόσωπο
retells
ενεστώτα μετοχή
retelling
απλός αόριστος
retold
παθητική μετοχή
retold
Παραδείγματα
She retold her favorite childhood memories to her grandchildren.
Εκείνη ξανάδιηγήθηκε τις αγαπημένες της αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία στα εγγόνια της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store