retelling
re
ri:
ri
te
ˈtɛ
te
lling
lɪng
ling
retailingrefillingrepelling

Ορισμός και σημασία του "retelling"στα αγγλικά

01

αφήγηση, εκδοχή

a version of a story or event that has been told again, often with changes in style, details, or point of view 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retellings
Παραδείγματα
The teacher asked for a retelling of the story in the student's own words. 

Ο δάσκαλος ζήτησε μια αφήγηση της ιστορίας με τα δικά του λόγια του μαθητή.

Λεξικό Δέντρο

retelling
telling
tell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store