to retch
Pronunciation
/ɹˈɛtʃ/

Ορισμός και σημασία του "retch"στα αγγλικά

to retch
01

ξερά, έχω αναγούλες

eject the contents of the stomach through the mouth
to retch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retch
γ΄ ενικό πρόσωπο
retches
ενεστώτα μετοχή
retching
απλός αόριστος
retched
παθητική μετοχή
retched
02

έχω αναγουλιές, νιώθω ναυτία

to involuntarily make the sound or movements of vomiting without actually vomiting
01

ακούσια σπασμωδική αναίσθητη εμετική κίνηση, ναυτία

an involuntary spasm of ineffectual vomiting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retches
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store