Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retch
01
ξερά, έχω αναγούλες
eject the contents of the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retch
γ΄ ενικό πρόσωπο
retches
ενεστώτα μετοχή
retching
απλός αόριστος
retched
παθητική μετοχή
retched
02
έχω αναγουλιές, νιώθω ναυτία
to involuntarily make the sound or movements of vomiting without actually vomiting
Retch
01
ακούσια σπασμωδική αναίσθητη εμετική κίνηση, ναυτία
an involuntary spasm of ineffectual vomiting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retches



























