to rethink
re
ri:
ri
think
ˈθɪnk
think
bethinkcinqueshrinkblink

Ορισμός και σημασία του "rethink"στα αγγλικά

to rethink
01

αναθεωρώ, ξανασκέφτομαι

to consider something again in order to improve it or make a different decision 
Transitive: to rethink a decision or approach
to rethink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rethink
γ΄ ενικό πρόσωπο
rethinks
ενεστώτα μετοχή
rethinking
απλός αόριστος
rethought
παθητική μετοχή
rethought
Παραδείγματα
The team decided to rethink their marketing strategy after poor sales. 

Η ομάδα αποφάσισε να αναθεωρήσει τη στρατηγική μάρκετινγκ μετά από κακές πωλήσεις.

01

επανεξέταση, αναθεώρηση

thinking again about a choice previously made 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rethinks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rethink
think
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store