Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reticule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reticules
Παραδείγματα
Inside the reticule, she kept a small mirror and a vial of perfume.
Μέσα στο πορτοφόλι, κρατούσε έναν μικρό καθρέφτη και ένα μπουκαλάκι αρωματικό.
02
διασταύρωση στόχου, σημάδι στόχευσης
a pattern of dots, lines, or crosshairs positioned at the eyepiece's focal plane in an optical instrument
Παραδείγματα
Engineers calibrated the reticule for accurate alignment.
Οι μηχανικοί βαθμονόμησαν το δίκτυο για ακριβή ευθυγράμμιση.



























