rethink
re
ri:
ρη
think
θɪnk
θινκ
/ɹɪθˈɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "rethink"στα αγγλικά

to rethink
01

αναθεωρώ, ξανασκέφτομαι

to consider something again in order to improve it or make a different decision
Transitive: to rethink a decision or approach
to rethink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rethink
γ΄ ενικό πρόσωπο
rethinks
ενεστώτα μετοχή
rethinking
απλός αόριστος
rethought
παθητική μετοχή
rethought
Παραδείγματα
The government is urging citizens to rethink their energy consumption habits.
Η κυβέρνηση προτρέπει τους πολίτες να αναθεωρήσουν τις συνήθειες κατανάλωσης ενέργειας.
01

επανεξέταση, αναθεώρηση

thinking again about a choice previously made
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rethinks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store