Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rethink
01
αναθεωρώ, ξανασκέφτομαι
to consider something again in order to improve it or make a different decision
Transitive: to rethink a decision or approach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rethink
γ΄ ενικό πρόσωπο
rethinks
ενεστώτα μετοχή
rethinking
απλός αόριστος
rethought
παθητική μετοχή
rethought
Παραδείγματα
The government is urging citizens to rethink their energy consumption habits.
Η κυβέρνηση προτρέπει τους πολίτες να αναθεωρήσουν τις συνήθειες κατανάλωσης ενέργειας.
Rethink
01
επανεξέταση, αναθεώρηση
thinking again about a choice previously made
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rethinks
Λεξικό Δέντρο
rethink
think



























