Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brainless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brainless
συγκριτικός βαθμός
more brainless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, behavior, evaluation
Παραδείγματα
His brainless comment in the meeting left everyone speechless.
Το ανόητο σχόλιό του στη συνάντηση άφησε όλους άφωνους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
brainless
brain



























