dim-witted
Pronunciation
/dˈɪmwˈɪɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "dim-witted"στα αγγλικά

dim-witted
01

χαζός, βλάκας

lacking intelligence or sharpness in thinking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dim-witted
συγκριτικός βαθμός
more dim-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dim-witted driver failed to follow basic traffic signals, leading to a series of avoidable road incidents.
Ο βλάκας οδηγός απέτυχε να ακολουθήσει τα βασικά σήματα κυκλοφορίας, οδηγώντας σε μια σειρά από αναπόφευκτα δυστυχήματα στο δρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store