dim-witted
dim
dɪmwɪtɪd
dimvitid
witted

Ορισμός και σημασία του "dim-witted"στα αγγλικά

dim-witted
01

χαζός, βλάκας

lacking intelligence or sharpness in thinking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dim-witted
συγκριτικός βαθμός
more dim-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His dim-witted response to the puzzle indicated a lack of understanding of its straightforward solution. 

Η βλακώδης απάντησή του στο παζλ υποδείκνυε μια έλλειψη κατανόησης της απλής λύσης του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store