to remand
Pronunciation
/ɹɪˈmænd/

Ορισμός και σημασία του "remand"στα αγγλικά

to remand
01

αποστέλλω πίσω, επιστρέφω

to send a case back to a court of lower authority for additional reconsideration or review
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remand
γ΄ ενικό πρόσωπο
remands
ενεστώτα μετοχή
remanding
απλός αόριστος
remanded
παθητική μετοχή
remanded
Παραδείγματα
The judge 's decision to remand the juvenile offender to a rehabilitation facility was aimed at providing appropriate intervention and support.
Η απόφαση του δικαστή να αποστείλει τον νεαρό παραβάτη σε μια εγκατάσταση αποκατάστασης είχε ως στόχο την παροχή κατάλληλης παρέμβασης και υποστήριξης.
02

κρατώ προσωρινά, τοποθετώ σε προσωρινή κράτηση

to place a person in a jail or detention facility, while awaiting trial or further legal action
Παραδείγματα
Police remanded the suspect after questioning.
Η αστυνομία έθεσε υπό κράτηση τον ύποπτο μετά την ανάκριση.
01

προσωρινή κράτηση, προφυλάκιση

the action of placing an accused person back into custody while awaiting trial or the continuation of a trial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Bail was refused, and the accused stayed in remand.
Η εγγύηση απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος παρέμεινε σε προσωρινή κράτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store