Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remand
γ΄ ενικό πρόσωπο
remands
ενεστώτα μετοχή
remanding
απλός αόριστος
remanded
παθητική μετοχή
remanded
Παραδείγματα
The judge 's decision to remand the juvenile offender to a rehabilitation facility was aimed at providing appropriate intervention and support.
Η απόφαση του δικαστή να αποστείλει τον νεαρό παραβάτη σε μια εγκατάσταση αποκατάστασης είχε ως στόχο την παροχή κατάλληλης παρέμβασης και υποστήριξης.
02
κρατώ προσωρινά, τοποθετώ σε προσωρινή κράτηση
to place a person in a jail or detention facility, while awaiting trial or further legal action
Παραδείγματα
Police remanded the suspect after questioning.
Η αστυνομία έθεσε υπό κράτηση τον ύποπτο μετά την ανάκριση.
Remand
01
προσωρινή κράτηση, προφυλάκιση
the action of placing an accused person back into custody while awaiting trial or the continuation of a trial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Bail was refused, and the accused stayed in remand.
Η εγγύηση απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος παρέμεινε σε προσωρινή κράτηση.



























