Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remand
γ΄ ενικό πρόσωπο
remands
ενεστώτα μετοχή
remanding
απλός αόριστος
remanded
παθητική μετοχή
remanded
Παραδείγματα
The appellate court remanded the case to the lower court for further proceedings.
Το εφετείο επέστρεψε την υπόθεση στο κατώτερο δικαστήριο για περαιτέρω διαδικασία.
02
κρατώ προσωρινά, τοποθετώ σε προσωρινή κράτηση
to place a person in a jail or detention facility, while awaiting trial or further legal action
Παραδείγματα
The court remanded the suspect until the next hearing.
Το δικαστήριο διέταξε την προσωρινή κράτηση του υπόπτου μέχρι την επόμενη ακρόαση.
Remand
01
προσωρινή κράτηση, προφυλάκιση
the action of placing an accused person back into custody while awaiting trial or the continuation of a trial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The defendant was held on remand for two weeks.
Ο κατηγορούμενος κρατήθηκε σε προσωρινή κράτηση για δύο εβδομάδες.



























