Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull off
01
καταφέρνω, πετυχαίνω
to successfully achieve or accomplish something
Transitive: to pull off a task or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull off
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls off
ενεστώτα μετοχή
pulling off
απλός αόριστος
pulled off
παθητική μετοχή
pulled off
Παραδείγματα
Despite the challenges, they managed to pull off the event.
Παρά τις προκλήσεις, κατάφεραν να πραγματοποιήσουν την εκδήλωση.
02
βγάζω, αφαιρώ
to remove something, such as clothing or a covering, by pulling it away
Transitive: to pull off clothing or a covering
Παραδείγματα
It was hot outside, so he pulled his jacket off.
Έξω ήταν ζεστά, οπότε βγάζει το σακάκι του.
03
αποσπώ, ξεκολλώ
to remove something sharply
Transitive: to pull off sth
Παραδείγματα
He tried to save the paper, but it got stuck and he had to pull off the piece that was trapped.
Προσπάθησε να σώσει το χαρτί, αλλά κόλλησε και έπρεπε να ξεκολλήσει το κομμάτι που είχε κολλήσει.
04
αποσύρω, αναγκάζω να υποχωρήσει
to cause someone or something to retreat from a situation or position
Transitive: to pull off sb
Παραδείγματα
The coach decided to pull off the star player after he sustained an injury.
Ο προπονητής αποφάσισε να αποσύρει τον αστέρα παίκτη αφού υπέστη τραυματισμό.
05
παρκάρει στην άκρη, βγαίνει από τον κύριο δρόμο
to move a vehicle to the side or off the main road, often into a designated area
Intransitive
Παραδείγματα
Seeing the emergency lights behind him, he pulled off immediately.
Βλέποντας τα φώτα έκτακτης ανάγκης πίσω του, παρκάρει αμέσως.
06
φορώ με επιτυχία, παρουσιάζω με στυλ
to successfully wear or present something, such as an outfit or a style
Transitive: to pull off an outfit or a style
Παραδείγματα
She really pulled off that vintage dress at the party.
Πραγματικά κατάφερε να φορέσει εκείνο το βινταζ φόρεμα στο πάρτι.



























