Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most profound
συγκριτικός βαθμός
more profound
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel had a profound impact on readers, prompting deep reflection on the human condition.
Το μυθιστόρημα είχε μια βαθιά επίδραση στους αναγνώστες, προκαλώντας βαθιά στοχασμό για την ανθρώπινη κατάσταση.
02
βαθύς, ενδελεχής
having or displaying a lot of knowledge or great understanding
Παραδείγματα
As an anthropologist, she had developed a profound understanding of cultural traditions through decades of field work.
Ως ανθρωπολόγος, είχε αναπτύξει μια βαθιά κατανόηση των πολιτιστικών παραδόσεων μέσα από δεκαετίες επιτόπιας εργασίας.
Παραδείγματα
The profound underwater trench reaches depths that are difficult to explore.
Η βαθιά υποθαλάσσια τάφρος φτάνει σε βάθη που είναι δύσκολο να εξερευνηθούν.
04
βαθύς, ενδελεχής
requiring a lot of thought or deep study
Παραδείγματα
Doctors are faced with making profound treatment decisions that impact patients' lives and require weighing many factors.
Οι γιατροί αντιμετωπίζουν την ανάγκη λήψης βαθιών αποφάσεων θεραπείας που επηρεάζουν τη ζωή των ασθενών και απαιτούν την εξέταση πολλών παραγόντων.
Profound
01
βάθος, άβυσσος
the deepest or most distant part of something, often used to describe the extreme depths of the ocean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
profound
Παραδείγματα
The research vessel ventured into the profound of the Atlantic Ocean, exploring its uncharted depths.
Το ερευνητικό πλοίο εισχώρησε στα βάθη του Ατλαντικού Ωκεανού, εξερευνώντας τα ανεξερεύνητα βάθη του.
Λεξικό Δέντρο
profoundly
profoundness
profound



























