Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bagatelle
01
ένα εσωτερικό παιχνίδι που παίζεται σε ένα τραπέζι με τρύπες και καρφίτσες, στο οποίο κάθε παίκτης προσπαθεί να χτυπήσει την μπάλα με τέτοιο τρόπο ώστε να περάσει τις καρφίτσες και να μπει στις τρύπες που καθεμία υποδεικνύει μια συγκεκριμένη βαθμολογία
an indoor game played on a table with holes and pins on it, in which each player attempts to hit the ball in a way that they move past the pins and go into the holes each indicating a specific score
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bagatelles
Παραδείγματα
They spent the evening playing bagatelle in the parlor.
Πέρασαν το βράδυ παίζοντας μπαγκατέλ στο σαλόνι.
02
ασήμαντο πράγμα, μικροπράγμα
a thing of trivial value or importance
Παραδείγματα
She treated the overdue bill as a mere bagatelle.
Χάρισε τον καθυστερημένο λογαριασμό ως απλή ασήμαντη υπόθεση.
03
ελαφρύ κομμάτι, μουσική διασκέδαση
a short, light, and typically playful composition for piano, often written for entertainment rather than serious concert performance
Παραδείγματα
The pianist opened the recital with a charming bagatelle by Beethoven.
Ο πιανίστας άνοιξε το ρεσιτάλ με μια γοητευτική μπαγκατέλα του Μπετόβεν.



























