Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outright
Παραδείγματα
The company outright denied the allegations.
Η εταιρεία κατηγορηματικά αρνήθηκε τους ισχυρισμούς.
02
πλήρως, χωρίς επιφύλαξη
without any restrictions, conditions, or further financial obligations attached
Παραδείγματα
He inherited the family farm outright when both his parents passed away.
Κληρονόμησε την οικογενειακή φάρμα απολύτως όταν πέθαναν και οι δύο γονείς του.
03
αμέσως, χωρίς δισταγμό
immediately or without hesitation
Παραδείγματα
They decided to proceed outright, starting the project immediately after approval.
Αποφάσισαν να προχωρήσουν αμέσως, ξεκινώντας το έργο αμέσως μετά την έγκριση.
Παραδείγματα
He told me outright that he did n't trust the plan.
Μου είπε καθαρά ότι δεν εμπιστευόταν το σχέδιο.
outright



























