outsert
out
ˈaʊt
awt
sert
sɜ:t
sēt
outset

Ορισμός και σημασία του "outsert"στα αγγλικά

01

ένα διαφημιστικό ένθετο, πρόσθετο ενημερωτικό υλικό

a type of advertising or informational material that is inserted into a package or product 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
outserts
Παραδείγματα
The magazine came with an outsert offering a discount on the next issue. 

Το περιοδικό ήρθε με ένα outsert που προσέφερε έκπτωση στο επόμενο τεύχος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store