Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outrun
01
ξεπεράσει, αφήσει πίσω
to move at a greater speed than someone or something
Transitive: to outrun sb/sth
Παραδείγματα
The gazelle 's incredible agility allowed it to outrun the pursuing lions.
Η απίστευτη ευκινησία της γαζέλας της επέτρεψε να ξεπεράσει τα λιοντάρια που την κυνηγούσαν.
02
ξεπεράσει, υπερβεί
to surpass or exceed a limit, expectation, or previous achievement
Transitive: to outrun a limit or level
Παραδείγματα
The team 's efficiency and collaboration enabled them to outrun the project timeline.
Η αποτελεσματικότητα και η συνεργασία της ομάδας τους επέτρεψαν να ξεπεράσουν το χρονοδιάγραμμα του έργου.



























