Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outrun
01
ξεπεράσει, αφήσει πίσω
to move at a greater speed than someone or something
Transitive: to outrun sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
outrun
γ΄ ενικό πρόσωπο
outruns
ενεστώτα μετοχή
outrunning
απλός αόριστος
outran
παθητική μετοχή
outrun
Παραδείγματα
Despite his initial lead, the sprinter couldn't outrun the fastest competitor in the final lap.
Παρά την αρχική του προβάδισμα, ο σπρίντερ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον ταχύτερο ανταγωνιστή στον τελικό γύρο.
02
ξεπεράσει, υπερβεί
to surpass or exceed a limit, expectation, or previous achievement
Transitive: to outrun a limit or level
Παραδείγματα
The company's profits continue to outrun projections, showcasing its consistent financial growth.
Τα κέρδη της εταιρείας συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προβλέψεις, δείχνοντας τη σταθερή οικονομική της ανάπτυξη.



























