to accompany
a
a
a
ccom
ˈkʌm
kam
pa
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "accompany"στα αγγλικά

to accompany
01

συνοδεύω

to go somewhere with someone 
Transitive: to accompany sb somewhere
to accompany definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
accompany
γ΄ ενικό πρόσωπο
accompanies
ενεστώτα μετοχή
accompanying
απλός αόριστος
accompanied
παθητική μετοχή
accompanied
Παραδείγματα
Sarah asked John to accompany her to the concert. 

Η Σάρα ζήτησε από τον Τζον να συνοδεύσει στο κοντσέρτο.

02

συνοδεύω, συμβαίνει ταυτόχρονα

to happen or exist alongside something else or at the same time 
Transitive: to accompany an event
Παραδείγματα
The thunder accompanied the lightning, creating a dramatic storm. 

Η βροντή συνοδεύει την αστραπή, δημιουργώντας μια δραματική καταιγίδα.

03

συνοδεύω, παρέχω μουσική υποστήριξη

to provide musical support for a singer or another musician 
Transitive: to accompany a singer or musician
Παραδείγματα
The pianist will accompany the soloist during the opera's aria. 

Ο πιανίστας θα συνοδεύσει τον σολίστα κατά τη διάρκεια της άριας της όπερας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accompanied
accompaniment
accompanying
accompany
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store