Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accompany
01
συνοδεύω
to go somewhere with someone
Transitive: to accompany sb somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
accompany
γ΄ ενικό πρόσωπο
accompanies
ενεστώτα μετοχή
accompanying
απλός αόριστος
accompanied
παθητική μετοχή
accompanied
Παραδείγματα
Parents usually accompany their children to school on the first day of kindergarten.
Οι γονείς συνήθως συνοδεύουν τα παιδιά τους στο σχολείο την πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου.
02
συνοδεύω, συμβαίνει ταυτόχρονα
to happen or exist alongside something else or at the same time
Transitive: to accompany an event
Παραδείγματα
The celebration was accompanied by a fireworks display, lighting up the sky.
Ο εορτασμός συνοδεύτηκε από πυροτεχνήματα, φωτίζοντας τον ουρανό.
03
συνοδεύω, παρέχω μουσική υποστήριξη
to provide musical support for a singer or another musician
Transitive: to accompany a singer or musician
Παραδείγματα
The drummer 's role is to accompany the band by providing rhythm and beats to the music.
Ο ρόλος του ντράμερ είναι να συνοδεύει το συγκρότημα παρέχοντας ρυθμό και χτύπους στη μουσική.
Λεξικό Δέντρο
accompanied
accompaniment
accompanying
accompany



























