Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Log
01
κούτσουρο, τσουκνί
a section of a tree trunk that has been cut or fallen, usually stripped of branches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
logs
Παραδείγματα
He carried a heavy log to the fireplace.
Μετέφερε ένα βαρύ κούτσουρο στο τζάκι.
02
λόγκος, ναυτικός λόγκος
a nautical instrument consisting of a float attached to a knotted line, used to measure a ship's speed through water
Παραδείγματα
The captain checked the log to determine the ship's speed.
Ο καπετάνιος έλεγξε το λογ για να προσδιορίσει την ταχύτητα του πλοίου.
03
ημερολόγιο πλοίου, καταγραφή πλοίου
a written record of events, observations, or activities during a voyage of a ship, airplane, or expedition
Παραδείγματα
The captain wrote daily entries in the ship's log.
Ο καπετάνιος έγραφε καθημερινές εγγραφές στο ημερολόγιο πλοίου.
04
αρχείο καταγραφής, καταγραφή
a record of messages sent, received, or processed, typically for administrative, technical, or operational purposes
Παραδείγματα
The IT team checked the system log for errors.
Η ομάδα πληροφορικής ελέγχθηκε το αρχείο καταγραφής του συστήματος για σφάλματα.
to log
01
καταγράφω, καταχωρίζω
to officially document all the information or events that have taken place, particularly on a plane or ship
Transitive: to log information or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
log
γ΄ ενικό πρόσωπο
logs
ενεστώτα μετοχή
logging
απλός αόριστος
logged
παθητική μετοχή
logged
Παραδείγματα
The captain logged the course changes and weather conditions during the transatlantic voyage.
Ο καπετάνιος κατέγραψε τις αλλαγές πορείας και τις καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια της υπερωκεάνιας διαδρομής.
02
κοπή, υλοτομία
to clear or cut down trees in a forest or woodland for the purpose of harvesting timber
Transitive: to log a piece of land or forest
Παραδείγματα
The company decided to log a section of the forest to supply wood for construction.
Η εταιρεία αποφάσισε να κοπεί ένα τμήμα του δάσους για να προμηθεύσει ξυλεία για κατασκευή.



























