Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lobby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lobbies
Παραδείγματα
The hotel 's grand lobby was adorned with marble floors and chandeliers.
Το μεγαλοπρεπές φοιτητήριο του ξενοδοχείου ήταν διακοσμημένο με μαρμάρινα δάπεδα και πολυελαίους.
02
ομάδα πίεσης, λόμπι
an organized group of individuals or organizations that actively seek to influence public officials and policymakers on specific issues or laws
Παραδείγματα
The gun rights lobby mobilized its members to oppose proposed gun control legislation through grassroots campaigns and lobbying efforts.
Η ομάδα πίεσης για τα δικαιώματα των όπλων κινητοποίησε τα μέλη της για να αντιταχθεί στη προτεινόμενη νομοθεσία για τον έλεγχο των όπλων μέσω εκστρατειών βάσης και προσπαθειών πίεσης.
to lobby
01
επιχειρώ πίεση, ασκώ πιέσεις
to make an attempt to persuade politicians to agree or disagree with a law being made or changed
Intransitive: to lobby for a cause
Transitive: to lobby politicians for a cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lobby
γ΄ ενικό πρόσωπο
lobbies
ενεστώτα μετοχή
lobbying
απλός αόριστος
lobbied
παθητική μετοχή
lobbied
Παραδείγματα
The pharmaceutical industry has been lobbying lawmakers for faster drug approval processes.
Η φαρμαцевτική βιομηχανία έχει κάνει λομπισμό στους νομοθέτες για ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης φαρμάκων.



























