Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lobby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lobbies
Παραδείγματα
Guests gathered in the hotel lobby, waiting for the shuttle to the airport.
Οι επισκέπτες συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του ξενοδοχείου, περιμένοντας το λεωφορείο για το αεροδρόμιο.
02
ομάδα πίεσης, λόμπι
an organized group of individuals or organizations that actively seek to influence public officials and policymakers on specific issues or laws
Παραδείγματα
The environmental lobby group lobbied lawmakers to pass stricter regulations on carbon emissions.
Η ομάδα λομπι για το περιβάλλον πίεσε τους νομοθέτες να ψηφίσουν αυστηρότερους κανονισμούς για τις εκπομπές άνθρακα.
to lobby
01
επιχειρώ πίεση, ασκώ πιέσεις
to make an attempt to persuade politicians to agree or disagree with a law being made or changed
Intransitive: to lobby for a cause
Transitive: to lobby politicians for a cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lobby
γ΄ ενικό πρόσωπο
lobbies
ενεστώτα μετοχή
lobbying
απλός αόριστος
lobbied
παθητική μετοχή
lobbied
Παραδείγματα
The environmental group decided to lobby lawmakers for stricter regulations on carbon emissions.
Η ομάδα περιβάλλοντος αποφάσισε να ασκήσει πιέσεις στους νομοθέτες για πιο αυστηρούς κανονισμούς σχετικά με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.



























