Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedienen
01
εξυπηρετώ, σερβίρω
Gästen oder Kunden Essen, Getränke oder Hilfe anbieten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
dienen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bediene
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedient
ενεστώτα μετοχή
bedienend
απλός αόριστος
bediente
παθητική μετοχή
bedient
Παραδείγματα
Das Personal bediente uns während des ganzen Abends.
Το προσωπικό μας εξυπηρέτησε καθ' όλη τη διάρκεια του βράδυ.
02
εξυπηρετώ τον εαυτό μου
Sich selbst etwas nehmen, besonders beim Essen
Παραδείγματα
Man kann sich hier frei bedienen.
Εδώ μπορεί κανείς να εξυπηρετεί τον εαυτό του ελεύθερα.
03
χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
Etwas für ein bestimmtes Ziel nutzen, besonders sprachlich oder stilistisch
Παραδείγματα
Der Redner bediente sich historischer Beispiele.
Ο ομιλητής χρησιμοποίησε ιστορικά παραδείγματα.
04
χειρίζομαι, λειτουργώ
Ein technisches Gerät oder eine Maschine steuern oder nutzen
Παραδείγματα
Sie bedient das Kassensystem sehr schnell.
Εκείνη χειρίζεται το ταμειακό σύστημα πολύ γρήγορα.



























