Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedienen
01
εξυπηρετώ, σερβίρω
Gästen oder Kunden Essen, Getränke oder Hilfe anbieten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
dienen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bediene
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedient
ενεστώτα μετοχή
bedienend
απλός αόριστος
bediente
παθητική μετοχή
bedient
Παραδείγματα
Der Kellner bedient die Gäste sehr freundlich.
Εξυπηρετώ τους πελάτες πολύ φιλικά.
02
εξυπηρετώ τον εαυτό μου
Sich selbst etwas nehmen, besonders beim Essen
Παραδείγματα
Bitte bedienen Sie sich am Buffet!
Εξυπηρετηθείτε στο μπουφέ !
03
χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
Etwas für ein bestimmtes Ziel nutzen, besonders sprachlich oder stilistisch
Παραδείγματα
Der Autor bedient sich einer bildhaften Sprache.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια εικονική γλώσσα.
04
χειρίζομαι, λειτουργώ
Ein technisches Gerät oder eine Maschine steuern oder nutzen
Παραδείγματα
Kannst du diese Maschine bedienen?
Μπορείς να χειριστείς αυτή τη μηχανή ;



























