Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedingen
[past form: bedingte]
01
υποθέτω, προκαλώ
Etwas als Folge oder Voraussetzung herbeiführen
Παραδείγματα
Fehler bedingen oft Verzögerungen im Projekt.
Τα λάθη συχνά προϋποθέτουν καθυστερήσεις στο έργο.
02
είναι αλληλοεξαρτώμενοι, συνυποτίθενται αμοιβαία
In gegenseitiger Abhängigkeit stehen
Παραδείγματα
In der Natur bedingen sich viele Faktoren.
Στη φύση, πολλοί παράγοντες επηρεάζουν ο ένας τον άλλο.


























