Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bedingen
01
υποθέτω, προκαλώ
Etwas als Folge oder Voraussetzung herbeiführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bedinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
bedingt
ενεστώτα μετοχή
bedingend
απλός αόριστος
bedingte
παθητική μετοχή
bedingt
Παραδείγματα
Die Nachfrage bedingt höhere Produktion.
Η ζήτηση προϋποθέτει υψηλότερη παραγωγή.
02
είναι αλληλοεξαρτώμενοι, συνυποτίθενται αμοιβαία
In gegenseitiger Abhängigkeit stehen
Παραδείγματα
Wirtschaft und Politik bedingen sich oft.
Η οικονομία και η πολιτική συχνά συνυποτίθενται αμοιβαία.



























