aalabsehen
από 10
aalabsehen
aal[n]

χέλι,χέλι

aas[n]
aasfresser[n]
ab[prep]

από,ξεκινώντας από

ab und zu[adv]

πότε πότε,κάποιες φορές

abarbeiten[v]
abarbeitung[n]
abbauen[v]
abbiegen[v]

στρίβω,γυρίζω

abbild[n]
abbildung[n]

εικονογράφηση,εικόνα

abbrechen[v]

ακυρώνω,διακόπτω

abbruch[n]
abdecken[v]
abdrehen[v]
abend[n]

βράδυ,απόγευμα

abenddämmerung[n]
abendkleid[n]

βραδινό φόρεμα,εσπερινό ρούχο

abendmahlzeit[n]
abends[adv]
abendstunde[n]
abenteuer[n]

περιπέτεια,αποστολή

abenteuerlustig[adj]

περιπετειώδης,τολμηρός

aber[conj][adv]

αλλά • πραγματικά

abfahren[v]

αναχωρώ,φεύγω

abfahrt[n]

αναχώρηση,εκκίνηση

abfall[n]

απόβλητα,σκουπίδια

abfalleimer[n]

σκουπιδοτενεκές,κάδος απορριμμάτων

abfalltonne[n]

σκουπιδοτενεκές,κάδος απορριμμάτων

abfliegen[v]

απογειώνομαι,αναχωρώ με αεροπλάνο

abflug[n]

απογείωση,αναχώρηση

abfragen[v]
abgabe[n]

παράδοση,μεταβίβαση

abgas[n]

καυσαέρια,εκπομπή

abgeben[v]

παραδίδω,υποβάλλω

abgelegen[adj]

απομακρυσμένος,απομονωμένος

abgenutzt[adj]
abgesehen von[phrase]
abgrenzen[v]

αποστασιοποιούμαι,διαχωρίζομαι

abgrenzung[n]
abhalten[v]

αποτρέπω,εμποδίζω

abhängen[v]

εξαρτώμαι από,βασίζομαι σε

abhängig[adj]

εξαρτώμενος,υποτελής

abhängigkeit[n]

εξάρτηση,υποταγή

abheben[v]

αναλαμβάνω,παίρνω

abhilfe[n]
abholen[v]

παίρνω,πηγαίνω να πάρω

abhören[v]
abitur[n]

τελική εξέταση,απολυτήριο λυκείου

abiturient[n]
abkühlen[v]
ablage[n]

αρχειοθέτηση,ταξινόμηση εγγράφων

ablassen[v]
ablauf[n]

διαδικασία,πορεία

ablaufen[v]
ablegen[v]
ablehnen[v]

απορρίπτω

ablehnung[n]

απόρριψη,άρνηση

ableisten[v]
ableiten[v]

αποτρέπω,εκτρέπω

ableitung[n]

εξαγωγή,παραγωγή

ablenken[v]

αποσπώ την προσοχή,παραπλανώ

ablenkung[n]
ablöse[n]

αποζημίωση,αντιστάθμιση

abmachen[v]

αφαιρώ,ξεκολλώ

abmeldung[n]
abmühen[v]
abnahme[n]
abnehmen[v]

αφαιρώ,βγάζω

abneigung[n]

απέχθεια,απώθηση

abo[n]

συνδρομή,εγγραφή

abonnement[n]

συνδρομή,εγγραφή

abonnieren[v]

εγγράφομαι,συνδρομή

abpfiff[n]
abraten[v]

αποθαρρύνω,αποτρέπω

abrechnung[n]

εξόφληση,διευθέτηση

abrufen[v]
abrunden[v]

στρογγυλοποίηση προς τα κάτω,περικοπή

abrüstung[n]

αφοπλισμός,μείωση των όπλων

absage[n]

ακύρωση,άρνηση

absagen[v]

ακυρώνω,αναιρώ

absatz[n]

παράγραφος,απόσπασμα

absatzfördernd[adj]
abschaffen[v]

καταργώ,ακυρώνω

abschaffung[n]
abschalten[v]
abschicken[v]

στέλνω,αποστέλλω

abschiebung[n]

απέλαση,απέλαση

abschied[n]

αποχαιρετισμός,χωρισμός

abschließen[v]

ολοκληρώνω,τελειώνω

abschließend[adj]
abschluss[n]

αποφοίτηση,δίπλωμα

abschlussarbeit[n]
abschmecken[v]
abschneiden[v]
abschnitt[n]

παράγραφος,τμήμα

abschrecken[v]
abschreiben[v]

αντιγράφω,αντιγράφομαι

absehbar[adj]
absehen[v]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή