Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abonnieren
[past form: abonnierte]
01
εγγράφομαι, συνδρομή
Etwas regelmäßig beziehen oder erhalten, meist gegen Bezahlung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
abonniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
abonniert
ενεστώτα μετοχή
abonnierend
απλός αόριστος
abonnierte
παθητική μετοχή
abonniert
Παραδείγματα
Du kannst das Angebot online abonnieren.
Μπορείτε να εγγραφείτε στην προσφορά online.



























