Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abschluss
[gender: masculine]
01
αποφοίτηση, δίπλωμα
Das Beenden einer Ausbildung oder eines Studiums
Παραδείγματα
Viele sind stolz auf ihren Abschluss.
Πολλοί είναι περήφανοι για την αποφοίτησή τους.
02
τέλος, ολοκλήρωση
Das Ende von etwas, z. B. eines Projekts oder einer Sache
Παραδείγματα
Der Abschluss der Verhandlungen war erfolgreich.
Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ήταν επιτυχής.


























