Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abschreiben
01
αντιγράφω, αντιγράφομαι
Etwas von einem anderen Text oder Bild kopieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt ab
ενεστώτα μετοχή
abschreibend
απλός αόριστος
schrieb ab
παθητική μετοχή
abgeschrieben
Παραδείγματα
Er hat den Brief falsch abgeschrieben.
Αυτός αντιγράφει το γράμμα λανθασμένα.



























