Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abschluss
01
αποφοίτηση, δίπλωμα
Das Beenden einer Ausbildung oder eines Studiums
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Abschlusses
πληθυντικός τύπος
Abschlüsse
Παραδείγματα
Er feiert seinen Abschluss an der Universität.
Γιορτάζει την αποφοίτησή του στο πανεπιστήμιο.
02
τέλος, ολοκλήρωση
Das Ende von etwas, z. B. eines Projekts oder einer Sache
Παραδείγματα
Der Abschluss des Projekts dauert noch zwei Wochen.
Η ολοκλήρωση του έργου θα διαρκέσει άλλες δύο εβδομάδες.



























