Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abfahren
01
αναχωρώ, φεύγω
Sich mit einem Fahrzeug von einem Ort wegbewegen
Παραδείγματα
Nach dem Abschied ist sie sofort abgefahren.
Μετά τον αποχαιρετισμό, αναχώρησε αμέσως.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αναχωρώ, φεύγω