Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abfahren
01
αναχωρώ, φεύγω
Sich mit einem Fahrzeug von einem Ort wegbewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fahre ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
fährt ab
ενεστώτα μετοχή
abfahrend
απλός αόριστος
fuhr ab
παθητική μετοχή
abgefahren
Παραδείγματα
Nach dem Abschied ist sie sofort abgefahren.
Μετά τον αποχαιρετισμό, αναχώρησε αμέσως.



























