der abfall
abfall
apfal
apfal
anfall

Ορισμός και σημασία του "abfall"στα γερμανικά

01

απόβλητα, σκουπίδια

Material oder Gegenstände, die nicht mehr gebraucht und weggeworfen werden 
der Abfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abfälle
γενική πτώση
Abfall(e)s
Παραδείγματα
Der Abfall wird jeden Dienstag abgeholt. 

Τα σκουπίδια συλλέγονται κάθε Τρίτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store