Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abflug
[gender: masculine]
01
απογείωση, αναχώρηση
Der Moment, wenn ein Flugzeug startet und in die Luft geht
Παραδείγματα
Der Abflug erfolgt vom Terminal 2.
Η απογείωση πραγματοποιείται από το τερματικό 2.


























