Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abflug
01
απογείωση, αναχώρηση
Der Moment, wenn ein Flugzeug startet und in die Luft geht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abflüge
γενική πτώση
Abflug(e)s
Παραδείγματα
Der Abflug des Flugzeugs ist um 10 Uhr.
Η απογείωση του αεροπλάνου είναι στις 10 η ώρα.
LanGeek



























