der abflug
abf
ˈapf
απφ
lug
lu:k
λουκ
anflug

Ορισμός και σημασία του "abflug"στα γερμανικά

01

απογείωση, αναχώρηση

Der Moment, wenn ein Flugzeug startet und in die Luft geht 
der Abflug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abflüge
γενική πτώση
Abflug(e)s
Παραδείγματα
Der Abflug des Flugzeugs ist um 10 Uhr. 

Η απογείωση του αεροπλάνου είναι στις 10 η ώρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store