das abgas
ab
ˈap
απ
gas
ga:s
γκασ

Ορισμός και σημασία του "abgas"στα γερμανικά

01

καυσαέρια, εκπομπή

Gas, das bei Verbrennung in Motoren entsteht und in die Luft abgegeben wird 
das Abgas definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Abgase
γενική πτώση
Abgases
Παραδείγματα
Das Auto stößt viel Abgas aus. 

Το αυτοκίνητο εκπέμπει πολλά καυσαέρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store