Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abbrechen
01
ακυρώνω, διακόπτω
Etwas vorzeitig beenden oder nicht zu Ende führen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
brechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
breche ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricht ab
ενεστώτα μετοχή
abbrechend
απλός αόριστος
brach ab
παθητική μετοχή
abgebrochen
Παραδείγματα
Drücken Sie ESC, um den Vorgang abzubrechen.
Πατήστε ESC για να ακυρώσετε τη διαδικασία.
02
κατεδαφίζω, γκρεμίζω
Etwas physisch entfernen oder zerstören, oft durch Brechen
Παραδείγματα
Die Bagger brechen das alte Gebäude ab.
Οι εκσκαφείς κατεδαφίζουν το παλιό κτίριο.



























