ausländeramtausweitung
από 10
ausländeramtausweitung
ausländeramt[n]

γραφείο αλλοδαπών,γραφείο μετανάστευσης

ausländerbeauftragte[n]

επιτρόπος για αλλοδαπούς,αντιπρόσωπος για αλλοδαπούς

ausländergesetz[n]

νόμος για τους αλλοδαπούς,νόμος σχετικά με τους αλλοδαπούς

ausländerlager[n]

στρατόπεδο για αλλοδαπούς,στρατόπεδο αλλοδαπών

ausländisch[adj]

ξένος,ξένη

auslandsaufenthalt[n]
auslauf[n]

περιοχή άσκησης,χώρος ελεύθερης κίνησης

auslaufen[v]
ausleben[v]

εκφράζομαι ελεύθερα,ζω πλήρως

auslegung[n]

ερμηνεία,εξήγηση

ausloggen[v]

αποσυνδέομαι,κλείνω τη σύνδεση

auslösen[v]

πυροδοτώ,προκαλώ

auslöser[n]

σκανδάλη,παράγοντας ενεργοποίησης

ausmachen[v]

σβήνω,απενεργοποιώ

ausmaß[n]
ausmerzen[v]

εξαλείφω, εξοντώνω

ausnahme[n]

εξαίρεση,παράβαση

ausnahmeregelung[n]
ausnahmsweise[adv]

εξαιρετικά

auspacken[v]

ξεπακετάρω,αποσυσκευάζω

auspressen[v]
ausprobieren[v]

δοκιμάζω

ausrasten[v]

ξεκολλάω,αποσπώμαι

ausrechnen[v]

υπολογίζω,λογαριάζω

ausreichen[v]

αρκώ,είμαι επαρκής

ausreichend[adj]

αρκετός,κατάλληλος

ausrichten[v]

μεταδίδω,επικοινωνώ

ausrichtung[n]
ausrollen[v]
ausrotten[v]
ausrottung[n]
ausruhen[v]
ausrüsten[v]

εξοπλίζω,εφοδιάζω

ausrüstung[n]

εξοπλισμός,εξάρτυση

aussage[n]

δήλωση,ισχυρισμός

aussagekraft[n]
aussagen[v]

καταθέτω,μαρτυρώ

ausschalten[v]
ausscheiden[v]
ausschlafen[v]

ξυπνάω αργά,κοιμάμαι μέχρι να νιώσω ξεκούραστος

ausschlag[n]

εξάνθημα,δερματικό εξάνθημα

ausschlaggebend[adj]

καθοριστικός,αποφασιστικός

ausschließen[v]

αποκλείω,απορρίπτω

ausschließlich[adv]

αποκλειστικά

ausschnitt[n]
ausschreiben[v]
ausschreibung[n]

πρόσκληση υποβολής προσφορών,διαγωνισμός

ausschuss[n]
aussehen[v][n]

φαίνομαι,μοιάζω

außen[adv]

έξω,στο εξωτερικό

außenhandel[n]

εξωτερικό εμπόριο,διεθνές εμπόριο

außenseite[n]
außer[prep]

εκτός από,πλην

außer acht lassen[phrase]
außer betrieb[phrase]
außerdem[adv]

επιπλέον,επιπροσθέτως

außergewöhnlich[adj]

εξαιρετικός,ασυνήθιστος

außerhalb[prep]

έξω από,εκτός

außerirdisch[adj]
außerkörperlich[adj]
äußerlich[adj]

εξωτερικός,επιφανειακός

äußerlichkeit[n]

εξωτερική εμφάνιση,εξωτερικότητα

äußern[v]

εκφράζω,διατυπώνω

außerordentlich[adj]

εξαιρετικός,ασυνήθιστος

äußerst[adj]

εξαιρετικά,πολύ

äußerung[n]

δήλωση,έκφραση

aussicht[n]

θέα,πανοραμική θέα

aussortieren[v]
ausspannen[v]

χαλαρώνω

aussprache[n]

προφορά,αρθρωση

aussprechen[v]

προφέρω,εκφράζω

ausstatten[v]
ausstattung[n]

εξοπλισμός,εξάρτημα

aussteigen[v]

κατεβαίνω,βγαίνω

aussteiger[n]

λιποτάκτης,περιθωριακός

ausstellen[v]

εκθέτω,παρουσιάζω

ausstellung[n]

έκθεση,παρουσίαση

aussterben[v]

εξαφανίζομαι

ausstopfen[v]

γεμίζω,στουπώνω

ausstoß[n]
ausstrahlung[n]
aussuchen[v]

επιλέγω, διαλέγω

austausch[n]

ανταλλαγή δεδομένων

austauschbar[adj]
austauschen[v]

αντικαθιστώ,ανταλλάσσω

auster[n]
austragen[v]
australien[n]

Αυστραλία,Αυστραλιανή ήπειρος

ausüben[v]

ασκώ,εφαρμόζω

ausverkauft[adj]

εξαντλημένος,πουλήθηκε

auswahl[n]

επιλογή,επιλογές

auswählen[v]

επιλέγω,διαλέγω

auswanderer[n]

μετανάστης,εξόριστος

auswandern[v]
auswanderung[n]

μετανάστευση,εξορία

auswärts[adv]

έξω,εκτός σπιτιού

ausweg[n]

διέξοδος,λύση

ausweichen[v]

αποφεύγω,αποφεύγω

ausweis[n]

ταυτότητα,έγγραφο ταυτοποίησης

ausweitung[n]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή