Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aussuchen
01
επιλέγω, διαλέγω
Mit Absicht etwas Bestimmtes aus einer Auswahl nehmen
Παραδείγματα
Die Farbe wurde schon ausgesucht.
Το χρώμα έχει ήδη επιλεγεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιλέγω, διαλέγω