Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aussuchen
01
επιλέγω, διαλέγω
Mit Absicht etwas Bestimmtes aus einer Auswahl nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
suche aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
sucht aus
ενεστώτα μετοχή
aussuchen
απλός αόριστος
suchte aus
παθητική μετοχή
ausgesucht
Παραδείγματα
Die Farbe wurde schon ausgesucht.
Το χρώμα έχει ήδη επιλεγεί.



























